ἀπροσόρατος

ἀπροσόρατος
ᾰπροσόρᾱτος
1 not to be looked upon

τοὶ δ' ἀπροσόρατον ὀκχέοντι πόνον O. 2.67


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • απροσόρατος — ἀπροσόρατος, ον (Α) [προσορώ] αυτός τον οποίο δεν τολμά κανείς να δει, φοβερός …   Dictionary of Greek

  • ἀπροσόρατον — ἀπροσόρατος not to be looked on masc/fem acc sg ἀπροσόρατος not to be looked on neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσόρατοι — ἀπροσόρατος not to be looked on masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”